Ξέρω… έρχονται στιγμές που νιώθεις μόνος. Και δεν είναι που δεν έχεις κανέναν γύρω σου, αλλά που δεν έχεις κανέναν ν’ αγκαλιάζει την καρδιά σου. Όχι γιατί δεν υπάρχουν επιλογές, αλλά γιατί νιώθεις πως σε καμία απ’ αυτές δεν αξίζει αυτή η θέση.
Ξέρω… αισθάνεσαι πως οι σχέσεις είναι πια fast food. Όλοι προτιμούν το εύκολο, το πρόχειρο και γρήγορα αποχωρούν, αφήνοντας τα πάντα πίσω τους ανάκατα και τσαλακωμένα.
Και δεν αντέχεις να τσαλακώσουν ξανά την αλήθεια σου, δεν αντέχεις να κλέψουν ξανά το φως σου, δεν αντέχεις να διαλύσουν ξανά την ψυχή σου.
Γι’ αυτό επιλέγεις να μείνεις μόνος.

Μένεις μόνος, γιατί δεν σε καλύπτουν οι λειψές, επιφανειακές επαφές. Γιατί δεν σε καλύπτουν δυο-τρία μεγάλα, ψεύτικα λόγια, που λέγονται με μόνο στόχο μερικά άνευρα και βιαστικά ξεσπάσματα της σάρκας. Μένεις μόνος, γιατί δεν γουστάρεις να χρησιμοποιείς την καρδιά σου σαν ξενοδοχείο ημιδιαμονής.
Και λες πως είναι καλύτερα έτσι. Γιατί έτσι δεν μπορεί κανείς να σε πληγώσει, κανείς να σε πονέσει. Γιατί νιώθεις πως δεν είσαι για λίγα κι αρνείσαι να “ξεπουληθείς” για τα ελάχιστα, που μοιάζουν πια κανόνας στο σήμερα.
Μα αγριεύει η καρδιά στη μοναξιά, βολεύεται στη σιωπή, νιώθει πιο ασφαλής στην ησυχία. Και μαθαίνει να υποβαθμίζει την ανάγκη της αγκαλιάς, τη ζεστασιά του φιλιού, τη δύναμη του μοιράσματος.

Κι όμως, έρχεται μια στιγμή -συνήθως τότε που έχεις πάψει να περιμένεις και ν’ αναζητάς την εξαίρεση-, που εμφανίζεται κάποιος που δεν μοιάζει με τον κανόνα που έμαθες να μισείς. Που έχει μια σπίθα στο βλέμμα, μια θέρμη στο χαμόγελο, μια ζεστασιά στο άγγιγμα. Που έχει όλα αυτά που τον κάνουν παράταιρο με το σύνολο, μα τόσο ταιριαστό με σένα. Και τότε παίρνει νόημα η αναμονή, δίνεται λόγος για την αποστασιοποίηση. Και σιγά σιγά μπαίνει φως στο σκοτάδι που είχες επιλέξει να κρυφτείς.

Εμφανίζεται κάποιος, που μπαίνει αθόρυβα, ύπουλα σχεδόν, στη ζωή σου και χωρίς να τάζει τίποτα, κάνει τα πάντα. Που χωρίς να φωνάζει, λέει όσα πρέπει. Κι εκεί χαμογελάς, γιατί καταλαβαίνεις πως το παιδικό, σχεδόν, σου πείσμα να μη σκορπίζεσαι μέχρι να βρεις κάπου να κουμπώσεις, είχε αξία. Χαμογελάς γιατί καταλαβαίνεις πως δεν άφησες παράλογα την ελπίδα μέσα σου ζωντανή, παρά τους κανόνες που σκοτείνιαζαν ψυχή και βλέμμα.
Γιατί τελικά, ακόμη και σ’ αυτή την επιφανειακή εποχή, υπάρχουν αληθινοί άνθρωποι. Γιατί τελικά, δεν έρχονται όλοι για να κλέψουν το φως σου, κάποιοι έρχονται για να σου χαρίσουν κι απ’ το δικό τους.
Κική Γιοβανοπούλου

Συντάκτης

  • Γράφω γιατί αυτή είναι η δική μου ψυχοθεραπεία. Για μένα γράφω. Για να σκοτώνω τους προσωπικούς μου δαίμονες. Ίσως όμως, κάπου μέσα στις γραμμές μου, βρεις και τους δικούς σου…

    View all posts

Θέλεις να διαβάζεις πρώτος τα κείμενά μας; Κάνε τώρα εγγραφή


gUEST HEART

Discover more from GynaikaEimai

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading