Είσαι όμορφη, αναμφισβήτητα, μα μάλλον ένιωσες πως αρκεί αυτό και το άφησες εκεί, μόνο στο απ’ έξω.
Με μάτια που κοιτάνε, αλλά δε βλέπουν.
Με χείλη που μιλάνε, αλλά δεν λένε.
Με καρδιά… άθικτη, αχρησιμοποίητη. Σαν να την έβαλες έκθεμα σε βιτρίνα, μην στην αγγίξει κανείς. Μην στην τσαλακώσουν, μην στη λερώσουν.
Μα δεν είναι γι’ αυτό μάτια μου η καρδιά, είναι για να τη ζεις, να τη χαρίζεις, να τη ρισκάρεις. Κι αν στην πληγώσουν, αν στην πονέσουν, αν χάσεις κομμάτια της, κάνεις τις πληγές παράσημα και συνεχίζεις. Γιατί μόνο έτσι ωριμάζεις, έτσι μεγαλώνεις.

Κι ήρθα εγώ, με καρδιά που είχε σπάσει και κολλήσει ξανά και ξανά. Όχι τέλειος, αλλά αληθινός. Και νόμιζα πως ο πάγος που είχες γύρω σου ήταν απλά μια άμυνα και πως αν δεις πως δεν ήρθα να σου πάρω, θ’ αφεθείς.
Αλλά τίποτα. Πάγος μέχρι μέσα ήσουν τελικά…  Ούτε σκέψη, ούτε συναίσθημα, ούτε κόμπος στον λαιμό. Σαν να μη σε άγγιζε τίποτα. Σαν όλα να περνούσαν και να μην άφηναν ούτε γρατζουνιά.
Μιλούσες για αγάπη λες και είναι κάτι θεωρητικό. Κάτι που συμβαίνει… αλλού. Σε άλλους. Όχι σε σένα.
Ζητούσες αγάπη, έλεγες, μα η αγάπη θέλει ρίσκο κι εσύ την ήθελες ασφαλή κι αποστειρωμένη.
Κι ήθελες κάποιον να μείνει, έλεγες, μα δεν φεύγουν όλοι γιατί είσαι δύσκολη, αλλά γιατί δεν ανοίγεσαι. Και καμία πόρτα που δεν ανοίγει, δεν γίνεται… σπίτι.

Μείνε, λοιπόν, όπως είσαι.
Ατσαλάκωτη.
Ανέγγιχτη.
Με μια καρδιά καθαρή, καλοδιατηρημένη, αχρησιμοποίητη, που δεν βγήκε ποτέ απ’ τη “συσκευασία”. Τέλεια!
Αλλά τι να την κάνεις τέλεια, όταν είναι άδεια;
Ανδρέας Φ.

Συντάκτης


Θέλεις να διαβάζεις πρώτος τα κείμενά μας; Κάνε τώρα εγγραφή


gUEST HEART

Discover more from GynaikaEimai

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading