Είναι κι εκείνοι οι άνθρωποι που έρχονται στη ζωή σου και καταφέρνουν να σε διαλύσουν χωρίς να κάνουν τίποτα.
Τίποτα!
Κι αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα.
Γιατί δεν μπορείς να τους κατηγορήσεις, δεν έχεις κάτι απτό να τους καταλογίσεις.
Γιατί δεν είναι απτό το ότι σ’ αφήνουν στην αναμονή, το ότι σ’ αφήνουν να ελπίζεις.
Δεν είναι απτό το ότι γεμίζουν σκέψεις το μυαλό σου, το ότι σε κάνουν να δεθείς με κοινές στιγμές, χαμόγελα και όμορφες συζητήσεις.
Δεν είναι απτό το ότι σε κάνουν να ονειρεύεσαι μ’ όλα τα “θα προσπαθήσω” και τα “θα το δούμε”, που ξεστομίζουν.
Κι “αυτοβούλως” εγκλωβίζεσαι σε “κάτι” που ποτέ δεν ορίστηκε επακριβώς, μα στα μάτια σου ίσως μοιάζει αρκετά αληθινό για να σε κρατά εκεί.
Και δεν παίρνεις ούτε απόρριψη, ούτε αποδοχή.
Γιατί αν ήταν απόρριψη, θα είχες κάτι να παλέψεις, θα είχες έναν πόνο να “δουλέψεις”. Στην ασάφεια δεν έχεις ούτε αυτό.
Γιατί η ασάφεια καταφέρνει να σε κρατά δέσμιο σε μια κατάσταση που θα “μπορούσε να”, κι ας μη γίνεται ποτέ το βήμα για να γίνει.
Αυτό το βήμα μένεις να περιμένεις, στην πιθανότητα αυτού του βήματος βασίζεις όλη την υπομονή και την αναμονή σου.
Και μένεις εκεί να περιμένεις το “μήπως και…”, που στο μεταξύ παίζει χυδαία με το μυαλό σου, κάνοντάς σε να αναρωτιέσαι “μήπως ζητάω πολλά;”, “μήπως βιάζομαι;”, “μήπως πιέζω;”, “μήπως κάτι παρεξήγησα;”…
Και μένεις εκεί, στο ενδιάμεσο.
Κι είναι τόσο ύπουλο αυτό το ενδιάμεσο, τόσο οδυνηρά ύπουλο!
Με μια καρδιά να ελπίζει κι ένα μυαλό να δουλεύει στα κόκκινα, προσπαθώντας να αποκρυπτογραφήσει, να καταλάβει, να βγάλει λογικό συμπέρασμα.
Κι είναι τόσο ψυχοφθόρα, τόσο εξοντωτική αυτή η αναμονή…
Κι αν ρωτήσεις τι συμβαίνει τελικά μεταξύ σας…
“Λάθος το είδες”.
“Παρεξήγησες τις καταστάσεις”.
“Παρερμήνευσες τις προθέσεις”.
“Μάλλον το παίρνεις πιο βαθιά”.
“Εσύ φταις”…
Εγώ φταίω, σωστά. Έχεις δίκιο.
Εσύ δεν έταξες, δεν υποσχέθηκες. Δεν είπες ποτέ ευθέως κάτι που δεν τήρησες.
Δεν σε κατηγορώ. Μόνη μου έμεινα να περιμένω να γίνουν πράξη όσα ποτέ ξεκάθαρα δεν είπες.
Δεν είπες εξάλλου ποτέ “σε θέλω”, “είμαστε μαζί”.
Και ναι, αφού δεν τα είπες, δεν μπορώ να σε κατηγορήσω. Ίσως στον “δικό σου πλανήτη” έτσι να είναι τα πράγματα. Τι κι αν στον δικό μου, τα φιλιά, οι αγκαλιές κι οι κοινές στιγμές ισοδυναμούν με “θέλω”;
Εσύ δεν είπες, δεν έταξες, δεν υποσχέθηκες. Τ’ άφηνες απλά όλα να αιωρούνται, πίσω από ένα πέπλο αμφιβολιών, που ανάθεμά σε, έμοιαζε τόσο αληθινό…
Μα έρχεται η στιγμή που αποφασίζεις πως δεν μπορείς πια να κάθεσαι να περιμένεις, χωρίς να ξέρεις τι περιμένεις.
Έρχεται η στιγμή που αποφασίζεις πως δεν αξίζει να βάζεις τη ζωή σου σε αναμονή για μια χούφτα “ίσως” και “μπορεί”.
Έρχεται η στιγμή που αποφασίζεις να απαγκιστρωθείς απ’ τα δεσμά του “περίπου” και του “γκρίζου”.
Γιατί κάποτε εξαντλούνται κι η υπομονή κι αντοχή.
Και τότε, το “φεύγω” δεν έχει επιστροφή.
Κι ίσως μέσα στην τόση ασάφεια που έμαθες να ζεις για καιρό, να μοιάζει παράταιρο το να πεις “αντίο”.
Ίσως το ταιριαστό θα ήταν να το αφήσεις όλο αυτό να σβήσει, να ξεθωριάσει, να χαθεί.
Μα καμιά φορά, σαν τελευταία πράξη, ίσως νιώσεις την ανάγκη να φερθείς όπως παρακαλούσες να σου είχαν φερθεί…
Κι εκεί θες να πεις το “αντίο”, χωρίς θυμό, παρά μόνο με μια βαθιά κούραση.
Όχι γιατί ελπίζεις κάτι ν’ αλλάξει έστω και την ύστατη ώρα, αλλά για να ξεράσεις από μέσα σου ακόμη και το τελευταίο κομμάτι ασάφειας που για καιρό σε πονούσε.
Γι’ αυτό λοιπόν…
Φεύγω κουρασμένη, εξαντλημένη πια, με μια ψυχή γεμάτη απογοήτευση.
Μα φεύγω οριστικά. Αμετάκλητα. Χωρίς να ρωτήσω αν σε πειράζει, αν σ’ ενοχλεί, αν θα δώσεις σημασία.
Φεύγω, μα δεν σε κατηγορώ. Δεν φταις. Δικά μου τα λάθη.
Κι αν αναρωτιέσαι τι έκανες… Τίποτα. Κι αυτό ακριβώς ήταν το πρόβλημα.
Κική Γιοβανοπούλου
❗❗❗Αν σου άρεσε το άρθρο, τσέκαρε κι αυτά👇👇👇
Αν σε ήθελε, θα το ήξερες. Ή μήπως όχι; Όταν η ασάφεια μοιάζει με… έρωτα
“Ας μη βάλουμε ταμπέλες” – Αυτή η μάστιγα!





Απάντηση