Υπάρχουν στιγμές που οι λέξεις σκοντάφτουν πάνω στο φόβο και κάνουν πίσω.
Και κρύβεται στο μαύρο η σιωπή, χαντακώνεται στο κενό το βάρος, φυλακίζεται στην απόσταση η αγωνία.
Και μένεις να κρατάς εκεί, στ’ ανείπωτα, κάθε σκέψη, κάθε ελπίδα, κάθε “θέλω”.
Κι όλα τα “αν” και τα “μήπως”, κάνουν τρελό χορό στο μυαλό σου, μουτζουρώνοντας τα “μπορώ” και τα “αντέχω” σου.
Κι είσαι κι εσύ, που κρύβεσαι στα σκοτάδια σου και παίρνεις μόνο κρυφές ανάσες, κάνοντας σημαία τα “μη” και τα “δεν” σου.
Μα είμαι κι εγώ που δεν φοβάμαι τα σκοτάδια, έπαψαν από χρόνια να με τρομάζουν.
Γιατί μέσα τους πορεύτηκα, λύγισα, γονάτισα, μα τ’ αγκάλιασα και τα έκανα φίλους.
Γιατί μέσα τους βρήκα το θάρρος να ξαναγεννηθώ.
Κι αν με ρωτάς αν μπορώ, σου απαντώ πως κάνω “μπορώ”, το κάθε “θέλω” μου.
Κι αν με ρωτάς αν αντέχω, σου απαντώ πως αντέχω για ό,τι αγαπώ.
Κι αν με ρωτάς αν θα είμαι δω, σου απαντώ πως κάθε τι δικό μου, είναι πολύτιμό μου.
Γιατί όταν δυο μάτια μπορούν να σε κοιτούν και να σε διαβάζουν χωρίς πολλά λόγια, αξίζει κάθε “μπορώ”, κάθε “αντέχω”, κάθε “θα είμαι εδώ”.
Κι αυτό αρκεί για να κάνει κάθε ηχηρό φόβο, αχνό ψίθυρο.
Να μη φοβάσαι, δεν φοβάμαι τα σκοτάδια σου…
Κική Γιοβανοπούλου





Απάντηση