Πόσο εύκολο αλήθεια είναι να πέσεις στην “παγίδα” του να ερωτευτείς έναν άνθρωπο γεμάτο ανοιχτές πληγές; Πόσο εύκολο είναι να νιώσεις δυνατός κι έτοιμος να τον γλιτώσεις απ’ τα σκοτάδια του; Να δώσεις την ψυχή σου για να τον σώσεις; Να σταθείς όρθιος και με όλες σου τις δυνάμεις να τα βάλεις με τους δαίμονές του;
Πόσο δελεαστικό να είσαι εσύ ο δυνατός που τολμάς ν’ αντέχεις να επωμιστείς και το δικό του σταυρό, πάνω στην ήδη φορτωμένη (απ’ τον δικό σου σταυρό) πλάτη σου; Και πόσο όμορφη η σκέψη να σ’ ερωτευτεί κι εκείνος και ταυτόχρονα να σου χρωστά αιώνια ευγνωμοσύνη για την ανιδιοτελή (;) βοήθειά σου…
Άκου τώρα μια αλήθεια. Εκείνος που πνίγεται και του δίνεις το χέρι για να τον σώσεις, το πιθανότερο είναι, στην παρούσα φάση τουλάχιστον, να μην μπορεί να αγαπήσει. Ναι, μπορεί να νιώσει ευγνώμων για τη βοήθειά σου, μπορεί ακόμη και να προσκολληθεί πάνω σου μέχρι να καταφέρει να πάρει τις πρώτες ανάσες, αλλά οι πιθανότητες να σ’ αγαπήσει, είναι μάλλον μικρές. Κι αυτό όχι γιατί δεν είσαι αρκετός ή γιατί δεν σου αξίζει, αλλά γιατί είναι η ανθρώπινη ανάγκη επιβίωσης, αυτοπροστασίας, στις καταστάσεις ανάγκης να επικεντρωνόμαστε σ’ εμάς τους ίδιους, να προσπαθούμε να ισορροπήσουμε, να επουλώσουμε τις πληγές μας, να γιατρευτούμε. Κι όλα αυτά προηγούνται σε σπουδαιότητα μέσα μας, απ’ το να δοθούμε ουσιαστικά, να αγαπήσουμε ανιδιοτελώς, να μοιραστούμε αληθινά. Άρα ναι, ίσως μέσα του είσαι πάντα εκείνος που τον έσωσε, μα δύσκολα να είσαι εκείνος που αγάπησε.
Γιατί πρέπει να είσαι “ολόκληρος” για να μπορείς να αγαπήσεις ολοκληρωτικά.
Πρέπει να είσαι ισορροπημένος για να αγαπήσεις ισορροπημένα.
Πρέπει να είσαι συνειδητοποιημένος για να αγαπήσεις συνειδητά.
Και τις στιγμές που πνίγεσαι, που παλεύεις να πάρεις ανάσες για να κρατηθείς στη ζωή, δεν είσαι τίποτα απ’ τα τρία.
Και αφού έκανες τα πάντα για να τον βοηθήσεις, αφού μάτωσες να παλεύεις με τους δαίμονές του, αφού σκότωσες κομμάτια σου για να σώσεις δικά του, μένεις ν’ αναρωτιέσαι γιατί δεν αγαπήθηκες αφού έκανες ό,τι μπορούσες. Κι είναι και στιγμές που ίσως νιώθεις πικρία κι αδικία, που όλα τα έδωσες και τίποτα δεν πήρες, μα πες μου αλήθεια… ανιδιοτελώς τον έσωσες ή για να νιώσεις κάπου σημαντικός; Ανιδιοτελώς τον βοήθησες ή για να αποδείξεις τη δύναμή σου; Μήπως κάπου μέσα σου, ίσως βαθιά, πολύ βαθιά στην ψυχή σου, είχες ανάγκη να κάνεις όσα έκανες, για να γίνεις σημαντικός για τον άλλον; Για να νιώσεις πως κάπου υπερέχεις; Πως αξίζεις το θαυμασμό του;
Μα κοίτα πόσο λάθος τα έκανες όλα… Γιατί δεν μπορείς ν’ αγαπηθείς από κάποιον που σ’ έχει ανάγκη. Πρέπει να είσαι επιλογή, όχι ανάγκη. Γιατί εκείνος που σε χρειάζεται, δεν σ’ αγαπάει, σε χρειάζεται. Κι η διαφορά μπορεί να φαίνεται μικρή, αλλά είναι τεράστια.
Γιατί η αγάπη δεν είναι σωτηρία. Κι όσοι μπερδεύουν αυτές τις δύο έννοιες, καταλήγουν να προσφέρουν τα πάντα σ’ εκείνους που δεν έχουν τίποτα να δώσουν.
Κική Γιοβανοπούλου





Απάντηση