“Κάθε φορά που θα τον συγχωρείς, θα σ’ αγαπάει λίγο περισσότερο, μα εσύ θα τον αγαπάς όλο και λιγότερο. Και θα έρθει μια μέρα που θα σ’ αγαπάει όσο αντέχει, μα εσύ δεν θα νιώθεις πια τίποτα”. Έτσι λένε και τελικά, πόσο δίκιο έχουν…
Αδύνατον να σου κρατήσω κακία.
Αδύνατον να μη δεχτώ την όποια συγνώμη σου.
Αδύνατον να μη σε συγχωρήσω, ακόμη κι αν δεν έδειχνες ίχνος μεταμέλειας.
Μόνο για να μη σε χάσω.
Πάντα να σε δικαιολογώ, σιωπηλά ή δυνατά. Πάντα να εφευρίσκω λόγους κι αιτίες που σε οδήγησαν στην όποια πράξη. Πάντα να βάζω μπροστά την αγάπη μου, που ήταν απόλυτα ικανή να επισκιάσει το όποιο λάθος.
Να κάνω βήματα πίσω, να υποχωρώ, να οπισθοχωρώ.
Και να σ’ αγαπάω, να σε λατρεύω.
Ικέτης της αγάπης σου, υποταγμένη.
Κι όλο να δίνω. Να δίνω και να μην ζητώ.
Κι όλο να προσπαθώ. Να προσπαθώ κι ας μην έβλεπα ανταπόκριση.
Κι όλο να επιμένω να σε πείσω πως είμαι ό,τι καλύτερο μπορούσες να έχεις.
Η πιο στωική, η πιο υπομονετική, η πιο ανεκτική, εκείνη που σ’ είχε πάνω απ’ όλα κι όλους.
Μα έλα που δεν λειτουργεί έτσι το πράγμα…
Γιατί αυτό που έλεγα εγώ αγάπη, είχε καταντήσει αρρώστια.
Εξαρτημένη από σένα, να ζητώ συνεχώς τη “δόση” μου, με όποιο κόστος.
Κόστος ψυχής, κόστος καρδιάς, κόστος αξιοπρέπειας.
Γιατί αυτό που έλεγα εγώ απόλυτη παράδοση, είχε καταντήσει ολοσχερής παραίτηση απ’ τον ίδιο μου τον εαυτό.
Προσπαθώντας να κρατήσω εσένα, έχανα εμένα.
Κι όσο σε συγχωρούσα, περιμένοντας να μ’ αγαπήσεις, άρχισα σιγά σιγά να παγώνω.
Και να που φτάσαμε μετά από τόσο καιρό, στο δικό μου ζητούμενο. Να μ’ αγαπάς. Πολύ. Πιο πάνω ίσως απ’ όσο θα φανταζόσουν ότι μπορούσες. Μα πλέον ήμουν μια άλλη. Όχι αυτή που συγχωρούσε τα πάντα σου και λάτρευε τα όλα σου, αλλά αυτή που είχε πια κουραστεί να δέχεται και να ανέχεται. Αυτή που είχε πια κουραστεί να υπομένει και να περιμένει.
Κι είναι το βλέμμα σου γεμάτο λατρεία πια, μα το δικό μου είναι άδειο. Γιατί δεν έμεινε τίποτε άλλο να δώσω. Στα είχα δώσει όλα, όταν τα θεωρούσες δεδομένα και τα πετούσες στο καλάθι των αχρήστων.
Καμιά κακία δεν σου κρατώ. Κανένα μίσος. Κανένα αρνητικό συναίσθημα. Ένα κενό έμεινε μόνο μέσα μου για σένα. Γιατί όλες εκείνες τις στιγμές που παραδινόμουν άνευ όρων, και τις αγνοούσες επιδεικτικά. Για όλα εκείνα τα αζήτητα συγχωροχάρτια που σου χάρισα. Για όλα εκείνα τα λάθη σου που χαντάκωσα κάτω απ’ το χαλί, μόνο για να σε βλέπω να γελάς.
Άδειασα. Με άδειασες. Και έτσι κενή και άδεια επιλέγω τη φυγή, γιατί πια μάτια μου κουράστηκα να σε συγχωρώ…
Κική Γιοβανοπούλου





Απάντηση