Ναι, εγώ είμαι εδώ που μας άφησες και σ’ αγαπάω ακόμη… Όμως, πλέον δεν είμαι η γυναίκα που κάποτε είπες πως αγαπάς. Αν ήμουν η ίδια γυναίκα που ερωτεύτηκες, που πόνεσες, που πλήγωσες, που εκμεταλλεύτηκες, που κακοποίησες (σωματικά και λεκτικά), τώρα θα απαντούσα χωρίς κανένα δισταγμό στα μηνύματά σου, θα σου έδινα άλλη μια δέκατη τρίτη ευκαιρία, μήπως κι αυτή την -τελευταία πάντα- φορά κάνουμε πραγματικότητα αυτό το σκάρτο, ονειρικό “και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα..”.
Θα δεχόμουν τη συγνώμη σου με την ελπίδα ότι, εφόσον είδες για λίγο πως είναι η ζωή σου σε δρόμο παράλληλο από τη δική μου, θα άλλαζες πραγματικά, ώστε να συναντηθούν και πάλι οι στιγμές μας σε μια κοινή πρόταση με μια τελεία. Αλλά βλέπεις, δεν είμαι πλέον η γυναίκα που αγάπησες. Όταν έβγαζα τα μαχαίρια σου από το σώμα μου, δεν είχε άλλη ψυχή να στάξει. Με άδειασες, με σκόρπισες, με διέλυσες.
Πάντα θα σ’ αγαπώ, το ξέρω κι εγώ, το ξέρεις κι εσύ. Αλλά δεν έχω πια τη δύναμη να βουτάω στη τρικυμία να σε σώσω και τελικά να είμαι εγώ εκείνη που πνίγεται. Προσπάθησα να σε μισήσω κιόλας. Αδύνατον.
Το μόνο που μπορώ να πω τώρα με σιγουριά, είναι ότι θέλω να είσαι καλά, ακόμη και να ευτυχήσεις. Αλλά όχι με τίμημα τη δική μου δυστυχία. Σε ευχαριστώ ακόμη και για τον πόνο, μου έμαθε πολλά. Αντίο…
Σίλια Π.





Απάντηση