Νύχτα. Μια λέξη που υπόσχεται ησυχία και γαλήνη, όμως κρύβει βαθιά μέσα της ένα σιωπηλό χαμό. Λέξεις που θέλουν να βγουν και να ακουστούν όσο πιο δυνατά γίνεται. Προσπαθώ να πνίξω τους δαίμονές μου, βαθιά μέσα στην καρδιά μου, που μοιάζει με έναν ατάραχο ωκεανό. Όμως η φωνή της καρδιάς δεν μπορεί να πνίξει το στόμα μου. Ή μήπως μπορεί;
Βγάζω τα ρούχα και κατευθύνομαι προς το μπάνιο. Στέκομαι και αντικρίζω τον γυμνό μου εαυτό στον ορθογώνιο καθρέπτη, που με δυσκολία αποτυπώνει πάνω στο γυαλί το σώμα μου. Μαύροι κύκλοι, χλωμό δέρμα και ατημέλητα γένια αποκαλύπτουν ένα τέρας, δημιούργημα των προηγούμενων ημερών. Με μια απότομη, αυθόρμητη κίνηση, γεμάτη θυμό, δημιουργήθηκε μια ρωγμή στον καθρέπτη σαν ιστό αράχνης.
Ανοίγω το νερό στην ντουζιέρα, είναι παγωμένο. Πώς μπορεί, όμως, μια κρύα καρδιά να αισθανθεί; Καθώς στέκομαι κάτω από το ψυχρό νερό, η καρδιά μου αρχίζει να ηρεμεί. Οι φωνές των δαιμόνων που με κυριαρχούσαν όλο αυτό το διάστημα, έπαψαν να με ενοχλούν. Φοράω το ολόλευκο μπουρνούζι μου και βγαίνω. Σταγόνες από το βρεγμένο μου σώμα πέφτουν στα πλακάκια του μπάνιου, καθώς αναζητώ την ξυριστική μηχανή.
Αφού περιποιήθηκα το πρόσωπό μου, ανακάλυψα ποιος ήμουν πραγματικά, αφού είχα συνηθίσει την μορφή εκείνου του τέρατος που στεκόταν απέναντί μου. Όμως κάτι παρέμενε το ίδιο. Η ρωγμή στον καθρέπτη δεν είχε φύγει. Το περιποιημένο μου πρόσωπο, είχε την ίδια παραμορφωμένη όψη όπως πριν. Όσο κι αν προσπαθώ να αλλάξω την εμφάνισή μου, η ψυχή μου θα παραμένει σπασμένη από τον ιστό που ο ίδιος είχα δημιουργήσει.
Ίσως, τελικά, να μην διορθώνονται όλα.
Σταύρος Χριστοδούλου





Απάντηση