Ξεκινάς μια νέα γνωριμία, τις πρώτες μέρες πηγαίνουν όλα καλά. Ξαφνικά ξυπνάς μια μέρα, ανοίγεις το κινητό σου και περιμένεις τη γνωστή καλημέρα που συνήθιζες να λαμβάνεις, αλλά τελικά δεν έρχεται ποτέ. Πιστεύεις πως το ξέχασε και συνεχίζεις φυσιολογικά τη μέρα σου, χωρίς να επηρεάζει τις σκέψεις σου. Την επόμενη αποφασίζεις να στείλεις εσύ μήνυμα, περιμένοντας μια απάντηση που δεν ήρθε ποτέ. Όχι επειδή δεν είδε το μήνυμά σου, αλλά επειδή επέλεξε να μην απαντήσει. Αυτό είναι το λεγόμενο ghosting. Όταν κάποιος φεύγει χωρίς να πει αντίο.
Γιατί συμβαίνει αυτό;
Υπάρχουν αρκετοί λόγοι που κάποια άτομα επιλέγουν να αποφεύγουν και να μην είναι ξεκάθαρα ως προς την αποχώρησή τους. Ένας λόγος είναι η υπερφόρτωση επιλογών μέσω των εφαρμογών. Διαφορές εφαρμογές, όπως εφαρμογές γνωριμιών και social media, δίνουν στον άνθρωπο πολλές επιλογές, προσφέροντας μια γκάμα γεμάτη από διαφορετικούς ανθρώπους που θέλουν να γνωρίσουν, μέχρι να βρουν αυτό το ένα, το ιδανικό άτομο που αναζητούν. Οπότε εσύ, που έχεις επιλέξει να κάνεις γνωριμία μέσω διαδικτύου, όσο ομαλά κι αν πηγαίνει, μπορεί άνετα να αντικατασταθείς από κάποιο άλλο άτομο, χωρίς φυσικά να ενημερωθείς.
Ένας άλλος λόγος, είναι η συναισθηματική ανωριμότητα. Κάποιοι άνθρωποι δεν είναι έτοιμοι να αφεθούν και να νιώσουν, γιατί φοβούνται μήπως πληγωθούν, ζητώντας μόνο επιφανειακή επικοινωνία ή επαφή. Μόλις καταλάβουν ότι δεν είσαι απλώς ένας άνθρωπος που θα τους χαρίσει κάτι πέρα από μια απλή καλοπέραση χωρίς συναίσθημα, αλλά κάτι περισσότερο, θα εξαφανιστούν.
Είναι πάντα κακό;
Όχι απαραίτητα, ο κάθε άνθρωπος έχει τις ιδιαιτερότητές του. Όταν η γνωριμία δεν έχει πραγματικό βάθος, είναι λογικό να μη θέλει να συνεχιστεί με φυσική παρουσία. Η απέναντι πλευρά μπορεί να μην καταλαβαίνει, μέσα από την ευγένεια και με τον τρόπο που αποφεύγεις ή λήγεις τις συζητήσεις, ότι δεν ενδιαφέρεσαι, και να επιμένει να στέλνει μηνύματα. Τότε είναι δικαιολογημένη η αποχώρηση χωρίς απάντηση.
Είναι ένας αυτόματος μηχανισμός άμυνας.
Για κάποιους, η φράση «δεν θέλω να συνεχίσουμε», πιστεύουν πως μπορεί να πληγώσει περισσότερο από τη σιωπή και την αδιαφορία ή να προκαλέσει σύγχυση ή φόβο για σύγκρουση και λογομαχία.
Πώς μπορεί όμως το ghosting να επηρεάσει την ψυχολογία του ανθρώπου;
Οι περισσότεροι άνθρωποι ξεκινούν με την αυτοαμφισβήτηση και την απορία του «τι έκανα λάθος;», ρίχνοντας όλη την ευθύνη στον εαυτό τους, χωρίς να αναρωτηθούν αν το άτομο που τους το προκάλεσε φέρει κάποια ευθύνη. Η αίσθηση της στεναχώριας προκαλεί μείωση της αυτοπεποίθησης και περιορίζει την ανάγκη για επικοινωνία με ένα άλλο άτομο. Δεν νιώθουν αρκετοί, μειώνουν την προσωπικότητά τους και αποφασίζουν να μην πορεύονται πλέον με τον πραγματικό τους χαρακτήρα στις επόμενες γνωριμίες που πρόκειται να ακολουθήσουν.
Άλλοι, αποφασίζουν να «βάζουν» στον εαυτό τους κάποια σημάδια αυτοπροστασίας στις επόμενες γνωριμίες, θέτοντας όρια που εξαρχής μπορεί να μην είχαν, για να μην νιώσουν ξανά την έννοια της απόρριψης. Γίνονται πιο απότομοι και πιο ξεκάθαροι από την αρχή ως προς το τι αναζητούν, με έναν άκομψο και αρκετά απωθητικό τρόπο, που μπορεί να λειτουργήσει ως εμπόδιο σε ένα άτομο που θα ενδιαφερόταν πραγματικά να τους γνωρίσει.
Όλοι έχουμε βρεθεί στη θέση εκείνου που περίμενε ένα μήνυμα που δεν έλαβε ποτέ. Δεν χρειάζεται να δαιμονοποιήσουμε απόλυτα το ghosting. Δεν χρωστάμε εξηγήσεις σε όλους, αλλά χρωστάμε ειλικρίνεια στον τρόπο που θα επικοινωνούμε από εδώ και πέρα.
Εσύ τι πιστεύεις;
Σταύρος Χριστοδούλου





Απάντηση