Το ηλιοβασίλεμα έκανε αισθητή την παρουσία του από το παράθυρο του σαλονιού μου, καθώς ετοιμαζόμουν για να έρθω να σε βρω. Το βλέμμα μου στάθηκε στο ημερολόγιο που είχα κρεμασμένο στον τοίχο. Πέμπτη. Θυμάμαι που μου είχες πει «η Πέμπτη θα είναι πάντα δική μας», μόνο που αυτή η μέρα που είχαμε δώσει όνομα, θα είναι τελείως διαφορετική, δε θα είναι όπως οι υπόλοιπες. Δεν θα υπήρχε άλλη Πέμπτη μαζί. Αυτή θα ήταν η τελευταία που θα περιλάμβανε και τους δύο μας.
Αρωματίζομαι με το αγαπημένο σου άρωμα, όπως την πρώτη φορά που μου είπες είναι ξεχωριστό και σπάνιο. Άλλο ένα ψέμα, είναι ένα άρωμα που το φορούν πολλοί άνθρωποι και στον καθένα φαίνεται ξεχωριστό και σπάνιο. Παρατηρώ στο σπίτι πως έχεις ξεχάσει κάποια από τα προσωπικά σου αντικείμενα, τα τοποθετώ σε μια κούτα και γράφω το όνομά σου πάνω για να στα παραδώσω. Παίρνω τα κλειδιά από το τραπέζι, κλειδώνω την πόρτα και νιώθω πως κλειδώνω την καρδιά μου από εσένα, με το ίδιο κλειδί που χρησιμοποιούσα για να σε φέρνω στο σπίτι που έχουμε δημιουργήσει τις πιο μαγικές, ρομαντικές και προσωπικές στιγμές μας.
Καθώς μπαίνω στο αμάξι, βάζω πρώτη και ξεκινώ προς τον προορισμό μου, προς εσένα. Ένας περίεργος ιδρώτας κατακλύζει το πρόσωπό μου και ένα έντονο κάψιμο λούζει όλο το σώμα μου, από την κορυφή ως τις άκρες. Ανοίγω το ραδιόφωνο και παίζει το τραγούδι που είχες αφιερώσει στην σχέση μας. Πάντα σε άφηνα να επιλέγεις το αγαπημένο σου τραγούδι, εκείνο που σου θύμιζε εμάς. Πάντα σου άρεσε να με τυραννάς με το συναίσθημα σου για εμένα.
Όσο οδηγώ γι’ αυτή την αποχαιρετιστήρια συνάντηση, οι λέξεις του τραγουδιού ηχούν με διαφορετικό τρόπο στα αυτιά μου. «Για πάντα», «Δεν θα φύγω», «Σ’ αγαπώ». Σταματώ στο κόκκινο φανάρι και κλείνω το ραδιόφωνο. Ακόμη και το τραγούδι της σχέσης μας, που τόσο αγαπούσες και σου θύμιζε εμένα, κατάφερες να το κοροϊδέψεις. Θα έφευγες. Θα εξαφανιζόσουν από την περιοχή που τόσο λάτρευες και από την καρδιά που σου είχε χαριστεί. Σε κάθε στενό που αντικρίζω με αργό ρυθμό μέσα από το τζάμι του μαύρου αυτοκινήτου μου, θυμάμαι εσένα. Δυστυχώς καταφέραμε να δημιουργήσουμε διάφορες αναμνήσεις στο στέκι που αποκαλούσες πλέον «σπίτι». Όμως, ποτέ δεν πρέπει να εγκαταλείπεις το σπίτι, που σε έκανε να νιώσεις τέτοια ζεστασιά.
Παρκάρω το αυτοκίνητο στο πάρκινγκ που συνεχίζαμε να συναντιόμαστε, ακόμη κι όταν τα ραντεβού μας έφταναν στο τέλος τους. Ο άνθρωπος που δούλευε στην είσοδο μου χαμογέλασε, με θυμόταν φυσιογνωμικά. Με ένα νεύμα με έκανε να καταλάβω ότι ρωτούσε για εσένα. «Γιατί δεν βρίσκεται δίπλα σου;». Ένα ψεύτικο μειδίαμα εμφανίστηκε στο πρόσωπό μου, σαν ένα αυτοκόλλητο που θα ξεκολλούσε μόλις τον προσπερνούσα και δεν θα με έβλεπε.
Πριν φτάσω στο σημείο μας, πέρασα από το δέντρο μας. Ένα παρατημένο, μεγάλο δέντρο, όπου πολλές φορές στεκόμασταν και γελούσαμε με τα αστεία που έκανες για να με κάνεις να γελάσω. Ήθελα να ακούσω το γέλιο σου, να θυμηθώ το χαμόγελό σου που φώτιζε κάθε δύσκολη μέρα μου. Ξαφνικά άκουσα έναν ξένο, δυνατό και τρομακτικό ήχο. Μπροστά από το δικό μας δέντρο, γεμάτο συναίσθημα, βρισκόταν ένας άνθρωπος που το έκοβε, επειδή εμπόδιζε τα έργα που γίνονταν πιο δίπλα. Ένα δάκρυ κύλησε αβίαστα και αθόρυβα κάτω από τα μάτια μου. Ένιωθα πως έβλεπα εσένα, να καταστρέφεις την καρδιά μου. Μαζί με εσένα, έπαιρνες και το δέντρο μας. Δεν ήθελες να μείνει τίποτα να σε θυμίζει.
Σε αντικρίζω στην απέναντι γωνία, εκεί όπου με περίμενες κάθε μέρα για να βρεθούμε. Έλεγες: «Εδώ θα σε περιμένω, για πάντα». Αυτή η λέξη ήταν η αγαπημένη σου. «Στο υπόσχομαι». Η χειρότερη φράση που μου είπες ποτέ. Σου άρεσαν οι λέξεις, ήταν οι αγαπημένες σου. Όμως δεν ήξερες τη σημασία τους, πόσο μάλλον να τις τηρήσεις. Δίπλα σου υπήρχε το φορτηγό της μετακόμισης, γεμάτο κούτες, ανοιχτό για να τοποθετηθεί η τελευταία.
Πάντα με υποδεχόσουν με ένα χαμόγελο γεμάτο λάμψη, κάθε φορά που με συναντούσες. Αυτή τη φορά, την τελευταία φορά, ήταν παγωμένο. Τα μάτια σου έπεσαν κατευθείαν στην κούτα, με τα ξεχασμένα σου πράγματα, που ποτέ δεν πίστευα ότι θα έφευγαν από το σπίτι μου. Σε αγκαλιάζω σφιχτά και νιώθω ότι ένα κομμάτι μου παραμένει ακόμη μαζί σου. Μαζί με αυτή την κούτα, σου παραδίδω την καρδιά μου. Δεν μπορούσα πια να συγκρατήσω τα δάκρυά μου, σου είχα πει πως δεν αντέχω τους αποχαιρετισμούς.
Η πιο άσχημη στιγμή ήρθε. Έπρεπε να ειπωθεί η τελευταία λέξη που θα σφράγιζε για πάντα το δικό μας παραμύθι. Ακολούθησε, σχεδόν ταυτόχρονα το παγωμένο αντίο. Ήθελα να φανεί παγωμένο, ήταν άλλωστε η επιλογή σου. Μπαίνεις στο αυτοκίνητό σου, και με οδηγό το φορτηγό με τα πακεταρισμένα σου πράγματα, γύρισες και με κοίταξες για τελευταία φορά. Τα μάτια σου αυτή την φορά ήταν βρεγμένα, σαν να θέλουν να αφήσουν όλο αυτό το δάκρυ, γεμάτο αλμύρα, να κυλήσει στο πρόσωπό σου. Ξεκίνησες, και σιγά σιγά, άρχισες να χάνεσαι στον δρόμο.
Αντίο, αγάπη μου. Να προσέχεις.
Σταύρος Χριστοδούλου





Απάντηση