Άπλετο σκοτάδι. Ο φωτισμός από τα υπόλοιπα σπίτια διεισδύει από το παράθυρο του υπνοδωματίου μου, κατακλύζοντας τον χώρο, κι εγώ βυθισμένος στα δροσερά σεντόνια του παλιού στρώματος του διπλού κρεβατιού μου, κάνοντας σβούρες και ακούγοντας τον ήχο που δημιουργούν οι δείκτες του ρολογιού. Οι χτύποι της καρδιάς μου ακολουθούν τον ρυθμό τους, σε κάθε απότομη κίνηση. Γιατί βασανίζω τον εαυτό μου; Γιατί δεν ηρεμώ; Γιατί δεν κοιμάμαι;

Σηκώνομαι από το κρεβάτι, φοράω την πλεκτή άσπρη ρόμπα μου και τις χειμερινές παντόφλες, καθώς κινούμαι αθόρυβα πάνω στις ακτίνες του φεγγαριού παραδομένες στο δάπεδο του δωματίου, που με οδηγούν προς το μπαλκόνι. Έχει πανσέληνο. Η βραδιά είναι αποπνικτικά σιωπηλή. Κάτι, όμως, προκαλεί έναν δυνατό θόρυβο, μια ανεξέλεγκτη βαβούρα. Αυτή η άγνωστη φωνή που ψιθυρίζει έντονα στο μυαλό μου τα τελευταία βράδια. Όχι πάλι.

Αναμνήσεις ξεκινούν να εμφανίζονται μπροστά στα μάτια μου σαν μια γρήγορη ταινία που δεν έχει τίτλους τέλους. Πρώτη γνωριμία, πρώτο βλέμμα, πρώτο φιλί.
Κλείνω τα μάτια και καλύπτω το πρόσωπο με τα δυο μου χέρια, προσπαθώντας να αποφύγω αυτή την παλιά ταινία μικρού μήκους, που δεν έχω κόψει εισιτήριο για να την ξαναδώ. Παίρνω τον ξεχασμένο καπνό από το άσπρο τραπεζάκι του μπαλκονιού και στρίβω με άκρατη ορμή ένα τσιγάρο. Πιάνω τον κόκκινο αναπτήρα και το ανάβω. Όλες οι εικόνες και οι σκέψεις έφυγαν σαν τον καπνό που χανόταν ανέμελα κάπου έξω, σε όλο το μαύρο του κρύου και σκοτεινού ουρανού, καθώς έχω τα μάτια μου κλειστά.

Δεύτερη τζούρα, ανοίγω σιγανά τα μάτια. Πρώτος έρωτας, πρώτος τσακωμός, πρώτο ψέμα, πρώτο ‘σ’ αγαπώ’.
Το δάκρυ έπεσε αβίαστα στα σκούρα πλακάκια του μπαλκονιού. Έδεσα καλύτερα τη ρόμπα μου και κάθισα απότομα στην καρέκλα του μπαλκονιού. Ξεκίνησα να παρατηρώ, βουρκωμένος, τη θέα. Δεν έχω δει πιο όμορφη τη Θεσσαλονίκη. Μπερδεμένες σκιές από τα μεγάλα κτίρια και τις πολυκατοικίες, σαν να έπεσαν ξαφνικά τα φώτα από το κακό σινεμά. Δρόμοι γεμάτοι με αυτοκίνητα προκαλούν έναν αμυδρό ήχο, ίσα ίσα για να δείχνει ότι υπάρχει ζωή εκεί έξω τέτοια ώρα. Το λιμάνι, ντυμένο με το κατάλευκο φως του πλήρους σεληνιακού δίσκου, που άρχισε να χάνεται ήρεμα στο βάθος των κυμάτων. Η ματιά μου επιστρέφει στο τσιγάρο, που ζητιάνευε την επόμενη ρουφηξιά για να κρατηθεί αναμμένο.

Τρίτη τζούρα και η γεύση του στριφτού τσιγάρου θυμίζει τον δικό σου καπνό.
Καμία εικόνα, καμία σκέψη. Μόνο γεύση. Όπως είπα, μια ταινία χωρίς τέλος, σαν να είναι ξεχωριστή σκηνή χωρίς να είναι γραμμένη για να προβληθεί. Το φεγγάρι παρέδωσε τα ηνία του, καθώς η αυγή ανηφόριζε αργά και βασανιστικά, φωτίζοντας αθώα τους μαύρους κύκλους που είχαν σχηματιστεί στο κάτω μέρος των ματιών μου, συνοδεύοντας το πρωινό τραγούδι των πουλιών.
Τελικά, δεν χρειάστηκε να κοιμηθώ για να εμφανιστείς.
Σταύρος Χριστοδούλου

Συντάκτης

  • ΣΤΑΥΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

    Γεννημένος το 2002, απόφοιτος Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας και μεταπτυχιακός φοιτητής Νομικής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, προσπαθώ να αποδεικνύω καθημερινά ότι οι λέξεις μπορούν να είναι πιο αιχμηρές από αριθμούς. Αρθρογραφώ με χιούμορ, κοινωνική διάθεση και μια ανεξήγητη εμμονή να ψάχνω το «κάτι παραπάνω» πίσω από όσα όλοι θεωρούν δεδομένα. Πεισματάρης όσο χρειάζεται για να μη σταματάω πριν βρω την ουσία, αστείος όσο πρέπει για να μη γίνεται βαριά η αλήθεια και αρκετά μυστηριώδης ώστε να αφήνω πάντα μια απορία στο τέλος.

    View all posts

Θέλεις να διαβάζεις πρώτος τα κείμενά μας; Κάνε τώρα εγγραφή


gUEST HEART

Discover more from GynaikaEimai

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading