Η νύχτα των ερωτευμένων με βρίσκει στριμωγμένο πάνω σε ένα σκαμπό, μπροστά από το μπαρ ενός νυχτερινού μαγαζιού της Θεσσαλονίκης. Όλες οι θέσεις ήταν κρατημένες από ζευγάρια που θα γιόρταζαν τη νύχτα τους και εγώ, παρέα με τον άγνωστο μπάρμαν, γιορτάζαμε μαζί, καθώς κανένας από τους δύο δεν ήταν με κάποιο ταίρι. Ένα μήνυμα από έναν άγνωστο αριθμό εμφανίστηκε στην οθόνη του κινητού μου. Το διέγραψα από τις γνωστοποιήσεις χωρίς να το διαβάσω και άφησα το κινητό δίπλα από το μισοτελειωμένο μπουκάλι ξηρού κρασιού.
Μέσα σε αυτό το μαγαζί, γεμάτο έρωτα, ένιωθα τόσο κενός. Η χαρά των ανθρώπων που βρίσκονταν γύρω μου έκανε τρομερά ασήμαντη την παρουσία μου. Σαν να ήμουν κάτι που δεν ταίριαζε στην ατμόσφαιρα που είχαν δημιουργήσει. Δεν είχαν άδικο. Οι διπλές θέσεις είχαν γεμίσει και εγώ, σαν μονάδα, ήμουν πνιγμένος στη γωνία της μπάρας, χαλώντας όλη την αισθητική της γιορτινής νύχτας. Σήμερα δεν γιορτάζουν οι μονάδες.
Αφού πλήρωσα, κατευθύνθηκα προς την έξοδο του μαγαζιού. Χιλιάδες άτομα είχαν πλημμυρίσει τους δρόμους της Καμάρας. Άλλοι κρατούσαν το χέρι των συντρόφων τους και άλλοι κρατούσαν δώρα που θα πήγαιναν στο ταίρι τους. Εγώ, με ένα τσιγάρο στο στόμα και το μισοτελειωμένο μπουκάλι στο χέρι, περπατούσα ανάμεσά τους σαν ένας εξωγήινος που δεν έπρεπε να υπάρχει μέσα σε αυτή την πλημμυρισμένη πόλη. Τα κίτρινα φώτα του δρόμου με οδήγησαν προς την παραλιακή, όπου κοντοστάθηκα σε ένα παρατημένο παγκάκι.
Στην επιφάνεια του ξύλου υπήρχαν διάφορα περιτυλίγματα από δώρα και παραδίπλα κάτι ξεχασμένα λουλούδια από ζευγάρια που είχαν καθίσει πριν. Το λιμάνι ήταν γαλήνιο, κανένα ίχνος φουρτούνας, σαν να γιόρταζε και αυτό μαζί με το φεγγάρι που το έντυνε ελαφρώς στα λευκά με τη λάμψη του. Το κινητό χτύπησε ξανά. Ο ίδιος άγνωστος αριθμός με καλούσε. Δεν ήξερα ποιος ήταν πίσω από το τηλέφωνο αυτή την τόσο γιορτινή ημέρα. Ίσως να μην ήθελα να μάθω. Ποιος θα με έψαχνε αυτή την νύχτα;
Πάντα απέφευγα κάθε είδους σχέσεις, δεν ήθελα να αφεθώ. Ήθελα να πορεύομαι πάντα μόνος μου. Δεν ξέρω αν έκανα τη λάθος επιλογή, αλλά για εμένα τότε φάνταζε ως η πιο σωστή. Το κινητό χτύπησε ξανά. Αυτή την φορά, όμως, ήταν ήχος μηνύματος. Το μισοζαλισμένο μου μυαλό κατάφερε να διαβάσει τις τελευταίες δυο λέξεις μέσα από τη μεγάλη παράγραφο.
«Μου λείπεις».
Ο άγνωστος αριθμός δεν ήταν ποτέ άγνωστος. Γνώριζα από την αρχή ποιο άτομο κρυβόταν πίσω από τους αριθμούς. Είχα κάνει την επιλογή μου, καθώς δεν ήμουν άνθρωπος των σοβαρών σχέσεων. Το κινητό ζύγιζε περισσότερο από το μπουκάλι στο χέρι μου. Δεν ήταν τα μηνύματα που με τρόμαζαν. Ήταν όλα όσα δεν είχα πει ποτέ. Διέγραψα τα μηνύματα και, αφού έστριψα το επόμενο τσιγάρο, σήκωσα το μπουκάλι και έκανα μια πρόποση.
Στην υγειά μου.
Σήμερα δεν θα γιορτάσω, όχι επειδή δεν αγαπώ, αλλά επειδή φοβάμαι τι σημαίνει να αγαπήσω.
Σταύρος Χριστοδούλου





Απάντηση